The Solo Traveller's View

Η ταινία του David Garrett

Προσπάθεια ανάλυσης ενός μουσικού φαινομένου – Μέρος 13

Έχοντας ξεκινήσει να εξερευνώ το θέμα του David Garrett ως μουσικού (μόνο μέσω του YouTube) και έχοντας ακούσει τον ίδιο να μιλάει σχετικά με την ταινία «The Devil’s Violinist / O βιολιστής του διαβόλου» σε συνεντεύξεις και στην σκηνή, έγινε φυσικά σημαντικό το να ρίξω μια ματιά στην ταινία, παρά το γεγονός ότι ανήκει στο μακρύ παρελθόν από άποψη ενημερωτικού ενδιαφέροντος και όλοι έχουν σχηματίσει τη δική τους άποψή γι’ αυτήν. Οι κριτικές, που διάβασα εκ των προτέρων ήταν καυστικές, όμως παρέμεινα ανοιχτόμυαλη και σχημάτισα τη δική μου άποψη.

Ξεκινώντας λοιπόν, μου φαίνεται ότι η ταινία παλεύει μ’ ένα θεμελιώδες πρόβλημα: με το γεγονός δηλαδή ότι τη στιγμή, που ο David Garrett εμφανίζεται στην σκηνή – και δεν απουσιάζει ποτέ για πολύ – είναι πολύ πιο συναρπαστικός από τον Paganini. Το ενδιαφέρον μου για τον ηθοποιό, κηλιδώνει το ενδιαφέρον μου, για τον χαρακτήρα, που υποδύεται και δυστυχώς η ιστορία δεν καταλήγει ποτέ στην διάσωση του Paganini. Garrett εναντίον Paganini είναι ο τίτλος του CD, που συνοδεύει την ταινία «The Devil’s Violinist / O βιολιστής του διαβόλου», και Garrett εναντίον Paganini θα μπορούσε να είναι ο προγραμματικός τίτλος του τι συμβαίνει σ’ αυτή την ταινία.

04

Φαίνεται ότι πολλοί κριτικοί ρίχνουν το φταίξιμο για το γεγονός ότι δεν μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί καθαρά ως μια επιτυχημένη ταινία, στην έλλειψη υποκριτικών ικανοτήτων του David Garrett. Η δική μου εντύπωση είναι ότι ένας άλλος σκηνοθέτης θα μπορούσε και θα είχε καταφέρει να εκμεταλλευτεί καλύτερα τις δυνατότητές του. Δεδομένου ότι δεν είναι ηθοποιός, γιατί λαμβάνει τόση μικρή βοήθεια από την σκηνοθεσία και την κάμερα? Γιατί συμβαίνει σε περισσότερες από μία σκηνές να πρέπει να υποδυθεί μ’ ένα φρικτό συναισθηματικό κενό, περιτριγυρισμένος από επιπλέον παρουσίες, που θα μπορούσαν κάλλιστα να θεωρηθούν ως αγάλματα? Που θα πρέπει να διοχετεύσει όλη τη ζωή, τη δράση και το συναίσθημα και όλα αυτά από μόνος του?

Σκέφτομαι εκείνη την άθλια σκηνή όπου αυτός – όχι, ο Paganini – χάνει  στον τζόγο το βιολί του, ή τη βραδιά στο δικό του καζίνο στο Παρίσι, μια σκηνοθετημένη σκηνή, που έχει όλη τη ζωντανή ατμόσφαιρα ενός νεκροτομείου, και θυμίζουν άσχημα σκηνοθετημένες παραστάσεις σχολείου, αλλά εξ’ ολοκλήρου χωρίς τη γοητεία τους. Σίγουρα, ακόμη και επαγγελματίες ηθοποιοί δεν θα πάλευαν μέσα σ’ ένα τέτοιο άχρηστο περιβάλλον? Όμως παρόλ’ αυτά, ο λόγος που ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων αγαπά αυτή την ταινία και την έχει παρακολουθήσει επανειλημμένως και μ’ ευχαρίστηση πρέπει να είναι το γεγονός ότι ο David Garrett, εμπλέκεται σ’ αυτήν, ανεξάρτητα από τις απόψεις για την υποκριτική του.

Σχόλια θαυμαστών στο YouTube: «The Devils Violinist / O βιολιστής του διαβόλου» είναι μια σπουδαία ταινία, πρέπει να τη δείτε», – «Καταπληκτική ταινία, ερωτεύτηκα», -«Είναι στ’ αλήθεια  μια καταπληκτική ταινία, αν και στην πραγματικότητα θλιβερή!», – «Ο David Garrett είναι ένας πολύ ταλαντούχος βιολιστής, αλλά δεν είναι ηθοποιός. Παρολ’ αυτά μου άρεσε αυτή η ταινία.», -«Δεν είναι τόσο κακή, στην πραγματικότητα, και ο David παίζει όλα τα κομμάτια. Είναι αρκετά εκπληκτική.», -«Εάν σας αρέσει η κλασική μουσική, παίζετε ένα μουσικό όργανο και σας αρέσει να βλέπετε καυτούς άντρες, αυτή η ταινία είναι για εσάς!», -«Ως θαυμαστής της μουσικής του βιολιού, απόλαυσα την ταινία.», -«Ο Paganini λέει ότι όλα όσα είναι, νιώθει και θέλει να γίνει, τα βάζει μέσα στη μουσική… λοιπόν αυτό ακούγεται σαν τον David Garrett!», -«Η υπόθεση ήταν για τα σκουπίδια, οι μόνες σκηνές, που ήταν σαγηνευτικές ήταν στην πραγματικότητα, όταν έπαιζε μουσική.», -«Απλά θεϊκό, απλά David Garrett!», -«Η ταινία αγγίζει τα συναισθήματά σου!», -«Την αγαπώ απόλυτα, παρακολουθώντας της μ’ ένα πλατύ χαμόγελο σχηματισμένο στο πρόσωπό μου. Πως γίνεται να μην ερωτευθείς αυτόν τον Γερμανό άντρα, ω Θεέ μου!», – «Μου αρέσει, έδωσα στην ταινία 5 αστέρια, ο David είναι φοβερός.», -«Η σκηνή, που μ’έκανε να πενθήσω. Συγχαρητήρια! Εξαιρετική ταινία.», -«Τόσο δεξιοτέχνης βιολιστής, πόσο σ’ εμπνέει να τον παρακολουθείς και να τον ακούς.», -«Μου αρέσει αυτή η ταινία.», -«Μόλις ανακάλυψα τον David παρακολουθώντας την ταινία «The Devils Violinist/Ο βιολιστής του διαβόλου». Ουάου, σπουδαία ταινία και ακόμη πιο σπουδαίες οι ερμηνείες του David Garrett

Πάρτε τον μακριά και η ταινία θρυμματίζεται σε ασημαντότητα. Ωστόσο, η εμπλοκή του David δημιουργεί ένα πρόβλημα, απλά μέσα από την σύγκρουση της προσωπικότητα του Paganini και του Garrett. Παρόλα τα κοινά τους στοιχεία, ο David εμποδίζει τον χαρακτήρα για μεγάλο χρονικό διάστημα και χωρίς να φταίει ο ίδιος, διότι ο βιολιστής του διαβόλου ήταν απ’ όλες τις απόψεις σκοτεινός, μοιρασμένος, άτομο αμφιβόλου ηθικής και με σοβαρά προβλήματα υγείας. Ο David Garrett, ωστόσο, φαίνεται να μην έχει κανένα από αυτά τα γνωρίσματα. Ακτινοβολεί αρτιότητα χαρακτήρα και απόλυτη υγεία, ακόμη και στο νεκροκρέβατό του – όχι στο νεκροκρέβατο του Paganini – και υποψιάζομαι έντονα ότι ο Niccolò δεν διέθετε το φως της καλοσύνης, που είναι τόσο ιδιαίτερο στα μάτια του David. O Garrett είναι ένα τόσο καλό άτομο, για να υποδυθεί αξιόπιστα έναν δαιμονικό Paganini και φυσικά δεν θα θέλαμε κάτι διαφορετικό. Δεν θα μπορούσε παρά να δώσει την εντύπωση ότι ο Paganini ήταν ένας αξιοπρεπής, ευγενικός άνθρωπος, που ήθελε να κάνει το σωστό και νοιαζόταν βαθιά για αυτούς, που αγαπούσε (τη μητέρα του παιδιού του, τον γιο του και αργότερα την Charlotte) αλλά βασανιζόταν από την ατυχία και υπέφερε από τις κακότυχες παρέες του.

Θα μπορούσε αυτό το πρόβλημα να προβλεφθεί? Ασφαλώς, αν και πιθανότητα όχι από τον David. Εάν κάποιος του είχε πει να μην παίξει ο ίδιος τον βασικό ρόλο. Να τον έβαζε να γράψει τη μουσική της ταινίας με όλα τα μέσα, να τον άφηνε φυσικά να την παίξει, να ντουμπλάριζε τις σκηνές, που παίζει μουσική και να έκανε κοντινά πλάνα στα δάχτυλά του, καθώς κινούνταν γρήγορα πάνω στις χορδές, αλλά να άφηνε το πρόσωπο και την φιγούρα του Paganini να την υποδυθεί ένα άγνωστος ηθοποιός με κατάλληλα καταβεβλημένο ύφος και σκοτεινό βλέμμα, κοκαλιάρης και με «κινήσεις ενός πιθήκου»… Μόνο τότε ο Paganini θα μπορούσε να έχει μια ευκαιρία.

Ο David δήλωσε σε συνεντεύξεις του πως θα ήταν πρόβλημα εάν ο ηθοποιός, που θα υποδυόταν έναν μουσικό, δεν ήταν ο ίδιος ειδήμων μουσικός. Ωστόσο, υπάρχουν αποδείξεις για το αντίθετο. Λειτούργησε πολύ καλά στην ταινία «Ladies in Lavender (ελληνικός τίτλος: Ο ξένος)», όπου ο Joshua Bell παρείχε τις μουσικές του ικανότητες, ενώ ο Daniel Brühl, που δεν είχε ποτέ πριν ακουμπήσει βιολί, υποδύθηκε έναν βιολιστή πολύ αξιόπιστα. Λειτούργησε για την ταινία «Amadeus» και τον Tom Hulce, ο οποίος, αν και όχι πιανίστας, φαινόταν τόσο πιστευτός στο όργανο. Ήταν μια πολύ έξυπνη και εμπνευσμένη επιλογή ηθοποιών: ο Hulce ήταν άγνωστος σ’ εμάς και έτσι εύκολα δεχτήκαμε ότι θα μπορούσε να είναι ο Μότσαρτ. Το θαυμάσιο μέσο της προσποίησης έκανε τα υπόλοιπα. Τόσο το σενάριο όσο και η παραγωγή της ταινίας «Amadeus» δεν επέτρεψε ποτέ, ούτε μία στιγμή αμφιβολίας, ακόμη και όταν γνωρίζαμε την ιστορία, ν’ απομακρυνθούμε από τα πραγματικά γεγονότα της ζωής του Μότσαρτ. Η ταινία  «The Devil’s Violinist/ο βιολιστής του διαβόλου» θα μπορούσε να είχε κάνει για τον Paganini αυτό, που η ταινία «Amadeus» έκανε για τον Μότσαρτ, αλλά δυστυχώς απέχει πολύ από αυτό το επίτευγμα.

Γιατί η ταινία «Επτά χρόνια στο Θιβέτ» λειτούργησε τόσο καλά, παρόλο, που η επιλογή του ηθοποιού Brad Pitt ως Heinrich Harrer παρουσίαζε εξίσου το ίδιο πρόβλημα με το πρόσωπο του Garrett και του Paganini? Ο Pitt είναι πολύ περισσότερο αληθινός και ελκυστικός σ’ εμάς απ’ ό,τι ο Harrer. Δεν καταφέραμε ποτέ αρκετά να δούμε τον έναν σαν τον άλλο και ίσως φύγαμε με την εντύπωση ότι ήταν πράγματι ο Brad Pitt αυτός, που δίδαξε τον Δαλάι Λάμα τους τρόπους τους δυτικού κόσμου. Αλλά η ιστορία δίνεται μ’ έναν τόσο σαγηνευτικό τρόπο, που δεν μας κάνει ποτέ ν’ αναρωτιόμαστε, ούτε για μια στιγμή, για την ειλικρίνειά της.

Δεν συμβαίνει το ίδιο με την ταινία «The Devil’s Violinist/Ο βιολιστής του διαβόλου». Σ’ αυτήν το σενάριο πάσχει από μία παλέτα δεινών: Μια υποκείμενη βιασύνη δεν επιτρέπει την ιστορία του Paganini ν’ αναπτυχθεί οπτικά. Η αφήγηση βασίζεται πολύ συχνά σε ψήγματα συνομιλιών, που φαίνονται να έχουν επινοηθεί. Πολλές σκηνές αποτελούν στενογραφία μερικών σημαντικών γεγονότων από τη ζωή του Paganini αλλά σχεδόν ποτέ δεν έχουμε την ευκαιρία να δούμε αυτό, που μας λένε. Και το αποκορύφωμα, σχεδόν κάθε σκηνή μας δείχνει μία δυσάρεστη ή δυστυχισμένη κατάσταση. Δεν υπάρχει ισορροπία, καμία παύση ενός ευχάριστου γεγονότος και έτσι ο θεατής σύντομα αγκαλιάζεται από ένα πέπλο κατήφειας, καθώς ένα υπόγειο συναίσθημα φόβου, εισβάλλει μέσα του, όπως το πυκνό νέφος του Λονδίνου: μ’ εξαίρεση εκείνες τις ολιγόλεπτες σκηνές, όπου ο David Garrett παίζει βιολί και ξαφνικά η σκηνή ζωντανεύει.

Αυτό, που ο Garrett καταφέρνει με την μελωδία «God Save the King/ο Θεός σώζει τον βασιλιά», πρέπει ν’ ακουστεί, για να γίνει πιστευτό. Για μένα είναι η κορυφαία στιγμή της ταινίας. Εδώ, ένας αληθινός μουσικός μιλάει με τη μουσική, κατευθείαν από την καρδιά και με σπαραξικάρδια ικανότητα. Αυτή η μελωδία, που γνωρίζουμε τόσο καλά – κάποιος θα μπορούσε να πει παρά μα πάρα πολύ καλά – διαλύεται και ταυτόχρονα, συναρμολογείται εκ νέου στ’ αυτές τις συγχορδίες, ενώ το αυτί μας αναπηδά με προσμονή κάθε στιγμή, καθώς αναμένουμε κάθε νέο διαδοχικό κομμάτι αποκάλυψης με μεγάλη ευχαρίστηση.

12

Είναι εντυπωσιακό, εκθαμβωτικό, συγκλονιστικό και σχεδόν με κάνει να ξεχάσω ν’ αναρωτηθώ εάν ένα θέατρο γεμάτο με άγγλους υπηκόους, θα μπορούσε στ’ αλήθεια να παραμείνει σιωπηλό, παρουσία του βασιλιά του. Δεν θα τραγουδούσαν όλοι μαζί τον ύμνο? Δεν ήταν υποχρεωτικό εκείνη την εποχή, ζήτημα εθιμοτυπικό με βάση το πρωτόκολλο? Εάν μια ιστορία είναι καλά ειπωμένη, δεν προκύπτουν τέτοιες ερωτήσεις στο μυαλό του θεατή, αλλά κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης ταινίας ξεπροβάλλουν με ανησυχητική τακτικότητα.

David Garrett: «Δεν μπορείς να τους κάνεις όλους ευτυχισμένους. Αυτό είναι το θέμα: μέχρι στιγμής δεν έχω ακούσει τίποτα αρνητικό σχετικά με τη μουσική και για μένα αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος, που έκανα αυτό το έργο. Και αν  κανένας δεν επιτίθεται στη μουσική, είμαι απόλυτα εντάξει … (διαβολικό χαμόγελο)… Δεν είπα ποτέ ότι είμαι ο Αλ Πατσίνο. Αλλά ξέρετε… εάν ο κόσμος απολαμβάνει τη μουσική, τότε έκανα καλή δουλειά.

Εμείς σίγουρα την απολαμβάνουμε. Πως θα μπορούσαμε να μην το κάνουμε? Αλλά σχεδόν, δεν υπάρχει αρκετό από το παίξιμο του Garrett. Αυτό το υποθετικά κεντρικό θέμα της ταινίας, η μουσική διάσταση της ιδιοφυίας του Paganini σχεδόν δεν εξερευνάται. Μαθαίνουμε περισσότερα σχετικά με τις καινοτομίες του Paganini στο παίξιμο του βιολιού από τις συνεντεύξεις του David Garrett, παρά από την ταινία και έτσι η ταινία «The Devil’s Violinist/Ο βιολιστής του διαβόλου» παραμένει μία μελέτη του Garrett ως Paganini και όχι του Paganini ως μουσικού. Δίνει την εντύπωση ότι ο Paganini κατάφερε να έχει μόνο μία επιτυχημένη συναυλία στο Λονδίνο, έπειτα μπήκε στην φυλακή, επειδή αποπειράθηκε αποτυχημένα να αποπλανήσει μια ανήλικη, ήταν άθλιος και αποτυχημένος στο Παρίσι και κατόπιν, αποσύρθηκε στην Ιταλία, απένταρος, για να καταγράψει τη μουσική του, ενώ η υγεία και η δύναμή του επιδεινώνονταν ραγδαία. Η Wikipedia μεταξύ άλλων πηγών, μας λέει μία διαφορετική και πιο αληθοφανή ιστορία.

Η διάχυτη έλλειψη αληθοφάνειας καταστρέφει το σενάριο της ταινίας «The Devil’s Violinist/Ο βιολιστής του διαβόλου». Πάρτε, για παράδειγμα, μια αρχική σκηνή, όπου ο Paganini φαίνεται να κοιμάται σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, το οποίο ακόμη δεν ήταν πληρωμένο, με μια γυναίκα ξαπλωμένη δίπλα του. Ο διαχειριστής του ξενοδοχείου εισβάλει με αγένεια και δημιουργεί πρόβλημα, ακολουθούμενος από έναν μυστηριώδη Urbani, ο οποίος, λίγα λεπτά αργότερα, ζητάει από τον Paganini να πουλήσει την ψυχή του για διεθνή επιτυχία.

Αλλά αντί να γοητευθώ από την ιστορία, που ξετυλίγεται, το μυαλό μου αποσπάται από ερωτήσεις: Ένα έμπειρος διαχειριστής ξενοδοχείου θα έμπαινε ποτέ στην πραγματικότητα μέσα στο δωμάτιο ενός επισκέπτη και θα περίμενε να πληρωθεί επί τόπου? Δύσκολα φαίνεται πιθανό. Και ο David Garrett στο κρεβάτι – και όχι μόνος? Παρόλο, που προσπαθώ σκληρά να προσποιηθώ ότι είναι πράγματι ο Paganini αυτός, που βλέπω, αυτή η προσποίηση διαλύεται κάτω από το υπερασπιστικό βλέμμα του προσώπου του, καθώς παροτρύνει την κυρία του να μην φύγει. Ό,τι κι αν περιμένω από τον Paganini δεν είναι μια τέτοια τρυφερή δέσμευση απέναντι στην ερωμένη του και στο ματς Garrett εναντίον Paganini είναι ο Garrett, που κερδίζει τον πρώτο γύρο με τα χέρια κάτω.

Ο Urbani, στην συνέχεια, κάνει μία αξιόπιστη προσπάθεια να μας παρουσιάσει τις δυσκολίες της θέσης του Paganini ως ενός άπορου μουσικού, τον οποίον κανένας δεν εκτιμά και ο οποίος δεν μπορεί να λειτουργήσει, χωρίς τη βοήθεια ενός μάνατζερ. Σ’ αυτό το σημείο, η ιστορία θα μπορούσε πραγματικά ν’ αρχίσει να κυλάει. Είμαι έτοιμη να βάλω στην άκρη τη δυσπιστία μου, για ακόμη μια φορά και να εμπλακώ στη ζωή του Paganini – πράγμα που δεν συμβαίνει, εξαιτίας του ότι η κάμερα τώρα μας δείχνει την ελκυστική γυμνή πλάτη του David. Για μια στιγμή αυτό φυσικά είναι ευχάριστο, αλλά την επόμενη στιγμή αναρωτιέμαι γιατί επιλέχθηκε αυτή η συγκεκριμένη γωνία. Διότι αυτό δεν βοηθάει τον David, και σίγουρα δεν βοηθά τον Paganini, ο οποίος μόλις έχασε τον δεύτερο γύρο απέναντι στον Garrett… Και όσον αφορά την ποιότητα της ταινίας, δεν αποτελεί ποτέ καλό σημάδι, όταν ο θεατής αρχίζει να σκέφτεται για τις γωνίες λήψης της κάμερας.

Αργότερα, όταν ο Paganini αγκαλιάζει τον μικρό του γιο, βλέπουμε πως θα μπορούσε να μοιάζει, μια μέρα, ως πατέρας και οι καρδιές μας λιώνουν συλλογικά. Ποιος σκέφτεται τον Paganini σ’ αυτό το σημείο? Κι έτσι συνεχίζεται, η μία σκηνή μετά την άλλη – ο αγώνας ξεκινά και κερδίζει ο Garrett. Φτωχέ Paganini ποτέ δεν είχες μια πιθανότητα.

Και υπάρχει πάντα κάποια λεπτομέρεια, που εγείρει ερωτήματα και μ’ εμποδίζει να βυθιστώ πλήρως στην ιστορία. Ένα παράδειγμα? Αν και μόλις είμαι πρόθυμη, για χάρη της ιστορίας, να δεχτώ ότι η χαριτωμένη και όμορφη νεαρή κόρη της οικογένειας Watson, πρέπει να υποδυθεί μία υπηρέτρια – παρόλο που είναι αυτονόητο ότι κανενός συζύγου η γυναίκα δεν θα την προσλάμβανε – με δυσκολεύει να δω όλους αυτούς τους άντρες να στέκονται και να κοιτούν άπραγοι, καθώς εκείνη φεύγει, κουβαλώντας τις υποτιθέμενες βαριές αποσκευές στις σκάλες μόνη της. Ναι, ήταν μια εποχή εκμετάλλευσης αλλά επίσης και μία εποχή ιπποσύνης… και καθώς αυτές οι αμφιβολίες επιτίθενται στο μυαλό μου, δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω ότι ένα μπαούλο αυτών των διαστάσεων θα πρέπει αναγκαστικά να είναι άδειο, εάν μία τόσο λεπτή κοπέλα μπορεί να το μεταφέρει μόνη της.

Η αυτό: Ο Urbani προσπαθεί να πείσει ή μάλλον να δωροδοκήσει το κορίτσι μ’ ένα τόσο φρικτό κολιέ, που δεν θα μπορούσε να δελεάσει ούτε μία μυωπική καρακάξα. Γιατί ψιθυρίζει «τελειότητα», όταν εκείνη ρίχνει σάλιο μέσα στα ζυμαρικά του παραμένει μυστήριο και κανείς δεν φαίνεται να νοιάζεται, που το γεύμα του Garrett – όχι του Paganini – κρυώνει.

Ω, αυτός ο Urbani! Ερμηνεύεται καταπληκτικά από τον Jared Harris και μοιάζει να είναι ένας πολυμήχανος άντρας. Αλλά αυτός ο πανούργος «Μεφίστο» (σημείωση: πρόκειται για τον διάβολο από τον Φάουστ του Γκαίτερ) του Paganini σύντομα αποκαλύπτει δυο θεμελιώδεις αδυναμίες: Πρώτον, αν και η είσοδός του έχει σχεδιαστεί για να μας κάνει να πιστέψουμε ότι έχει σχέση με το υπερφυσικό – «Πρέπει να ειπωθεί τρεις φορές!» – είναι επίσης περιέργως η τελευταία φορά, που οποιαδήποτε σκοτεινή δύναμη υπαινίχθηκε. Δεύτερον, ενώ έχει δεσμευτεί να υποστηρίξει την καριέρα του Paganini μέχρι το τέλος (με τίμημα την αθάνατη ψυχή, τίποτα λιγότερο) και έχει ο ίδιος επιμείνει να υπογράψουν ένα γραπτό συμβόλαιο γι’ αυτόν τον σκοπό, στην συνέχεια τον βλέπουμε να σαμποτάρει αυτή την καριέρα σχεδόν σε κάθε στροφή. Κατά συνέπεια, οι ενέργειές του όχι μόνο εμποδίζουν την επιτυχία του Paganini, αλλά επίσης εμένα από το ν’ αποδεχτώ τη βασική υπόθεση, πάνω στην οποία στηρίζεται η ιστορία.

Μπορεί να υπάρχει κάποια λογική στο ν’ απομακρύνει τον Paganini από το σπίτι του στη Βιέννη, για να εξελίξει την καριέρα του στο εξωτερικό, μόνο για να στρέψει εναντίον του τις τραχύφωνες κυρίες του συνδέσμου «Δύναμη Ηθικής»? Ποιο ενδεχομένως μπορεί να είναι το σημείο της αποστολής του Urbani να κάνει τον προστατευόμενό του να έχει ορμητική επιτυχία στο Λονδίνο, εάν στη συνέχεια πυροδοτήσει την τορπίλη στο Langham? Σίγουρα αυτό αποτελεί σημαντική αθέτηση του συμβολαίου από την πλευρά του? Τι συμβαίνει εδώ? Ασφαλώς, δεν υπάρχει τίποτα, που να ρίχνει φως στην ιστορία του Paganini.

09

Στην συνέχεια, υπάρχει ένα αινιγματικό θέμα, σχετικά με τη σχέση της Charlotte και του Garrett – όχι, του Paganini. Στην αρχή, ο Urbani προσπαθεί (με τα’ αηδιασμένα λόγια της Charlotte) να την κάνει την πόρνη του Paganini. Αλλά όταν εκείνη επιτέλους είναι έτοιμη να πέσει στην αγκαλιά του και στο κρεβάτι του, ο Urbani παρεμβαίνει με την συνηθισμένη του ασυνέπεια και στην πραγματικότητα την σώζει από την κοινωνική καταστροφή, την ντροπή και την σύφιλη. Γιατί, γιατί, γιατί? Βγαίνει κανένα νόημα απ΄όλο αυτό? Ενώ μελετώ αυτό το ερώτημα, ο Paganini φεύγει από την χώρα. Η φαινομενικά σύντομη επιτυχία του δεν επαναλαμβάνεται ποτέ, τουλάχιστον όχι σ’ αυτή την ταινία και ούτε και το ενδιαφέρον μου για την ιστορία.

Εάν μια ταινία δεν λειτουργεί, είναι ο σκηνοθέτης, αυτός που πρέπει ν’ αναλάβει την ευθύνη. Και αυτή η ταινία δεν λειτουργεί, ανεξάρτητα από το πόσο πολύ θα ήθελα να λειτουργούσε. Τώρα, ο Bernard Rose είναι ένας σκηνοθέτης, ο οποίος δεν πιστεύει στις πρόβες. Μας λέει λοιπόν στην συνέντευξη, που περιλαμβάνεται στο έξτρα υλικό του DVD, όπου αποφαίνεται ότι πρακτικά πάντα η πρώτη λήψη είναι η καλύτερη. Αν και αυτό μπορεί να αποτελεί σωστή ιδέα για τη δημιουργία μιας ταινίας, δεν ισχύει στην περίπτωση της ταινίας «The Devil’s Violinist/Ο βιολιστής του διαβόλου». Ίσως θα μπορούσε να λειτουργήσει εάν το σενάριο ήταν εξαιρετικό, αλλά ποιος έγραψε το σενάριο? Α! Ο Bernard Rose. Και ποιος είναι ο υπεύθυνος για την άχρηστη δουλειά της κάμερας? Ακριβώς το ίδιο πρόσωπο.

Πως ο David Garrett ήρθε σε συμφωνία με μία τέτοια προσέγγιση, που είναι τόσο αντίθετη με το δικό του στυλ εργασίας (προετοιμασία, πρακτική εξάσκηση και ακόμη περισσότερη πρακτική εξάσκηση) είναι στην εικασία του καθενός. Φρόντισε για τη μουσική και για τα μουσικά όργανα με ιδιαίτερη προσοχή στην ιστορική λεπτομέρεια, έτσι ώστε αυτή η πλευρά να είναι καθ’ όλα πειστική. Η μουσική της ταινίας είναι συγκινητική, το απίστευτο βιρτουόζικο παίξιμό του πραγματικά εκπληκτικό – αλλά τι καλό κάνει όλη η προσοχή στα βιολιά με χορδές εντέρων και χωρίς χορδιστές, εάν ένας από τους χαρακτήρες στην συνέχεια αναφέρεται στη μουσική βιομηχανία? Αυτός ο όρος είχε στ’ αλήθεια χρησιμοποιηθεί την εποχή του Charles Dickens, με την βιομηχανική επανάσταση μόλις να κινείται μέσω του ατμού? Μ’ ένα μυαλό γεμάτο αμφιβολία και φόβο, βρίσκω τον εαυτό μου να τραντάζεται ακόμη μια φορά από την πορεία της ιστορίας.

06

Και δεν είναι η τελευταία φορά, που κάτι ή κάποιος με κάνει να σκεφτώ, να επιμείνω, θα μπορούσε στ’ αλήθεια να είχε συμβεί μ’ αυτόν τον τρόπο, εκείνη την εποχή? Θα μπορούσε ένα νεαρό κορίτσι αυτής της ηλικίας  πραγματικά να καθίσει ασυνόδευτο μαζί μ’ έναν άντρα – και μάλιστα στο κρεβάτι του? … Θεέ μου! Θα ήταν αδιανόητο. Διότι το να είσαι μόνη μαζί μ’ έναν άντρα, που δεν ήταν στενός συγγενής, σήμαινε κοινωνική καταστροφή και δεν επιτρέπονταν από τους γονείς, που ήλπιζαν ότι θα δουν μια μέρα την κόρη τους παντρεμένη με σεβασμό.  Ούτε ένα αξιοπρεπές κορίτσι, όπως η Charlotte, θα το είχε σκεφτεί.

Δυστυχώς, ο David, επανειλημμένα, δεν προφέρει σωστά το όνομα της Charlotte. Είναι μία ιδιαιτερότητα της Αγγλικής γλώσσας, που ακόμη και όσοι την ομιλούν ως μητρική γλώσσα, πρέπει να διδαχθούν την σωστή προφορά ορισμένων λέξεων και ονομάτων, διότι η Αγγλική ορθογραφία αρέσει ν’ αφήνει το στενό μονοπάτι της λογικής, για τη διασκέδαση στα χαμόκλαδα του ευφάνταστου. Μια πραγματική πρόκληση για μας τους ξένους. Ποιος ήξερε πώς να προφέρει το «Sean/Σον» πριν τον Κόνερι και το «Ηermione/Ερμιόνη”, πριν τον Harry Potter? Επομένως, σε περίπτωση, που αναρωτιέστε, το «Ch» στο Charlotte δεν είναι το ίδιο με το «Charles/Κάρολος», «charm/γοητεία» και το «chocolate/σοκολάτα». Ακούγεται αιχμηρό ή ρηχό. Αυτό είναι φυσικά δευτερεύουσας σημασίας και σίγουρα ο σκηνοθέτης θα μπορούσε να το είχε εξαλείψει με ευκολία – αν και ίσως να χρειαζότανε μια δεύτερη λήψη.

Κατόπιν, υπάρχει ο χαρακτήρας της Ethel Langham, μιας γυναίκας, που περπατάει καμαρωτά πάνω στην σκηνή, σαν να είχε βγει από μία μηχανή του χρόνου με μια μαύρη ζώνη στον φεμινισμό. Δυστυχώς για εκείνη, το στυλ της προ-βικτοριανής εποχής, ακολουθούμενο από τα μυθιστορήματα της Τζέιν Όστιν, έχει διασκευαστεί για την τηλεόραση και τον κινηματογράφο τόσο συχνά και σε τόσο υψηλό βαθμό προσοχής στην ιστορική ακρίβεια, ώστε τώρα διαισθανόμαστε, όταν κάτι δεν είναι αληθινό, σύμφωνα με τους τρόπους συμπεριφοράς και τα ήθη της εποχής. Κάτι σ’ αυτή την περίπτωση είναι παράτολμο, μία μοντέρνα γυναίκα με ημίψηλο καπέλο, όταν υποτίθεται ότι εργάζεται στο προπύργιο της παραδοσιοκρατίας, στην εφημερίδα «Times». Ω, αλήθεια? Δεν το πιστεύω ούτε για μια στιγμή.

(Μια γρήγορη έρευνα αργότερα αποκαλύπτει ότι «η πρώτη γυναίκα δημοσιογράφος πλήρους απασχόλησης στην Fleet Street ήταν η Eliza Lynn Linton, η οποία εργάζονταν από το 1848 στην εφημερίδα “The Μorning Chronicle”». Δηλαδή, σχεδόν 20 χρόνια αργότερα, και ασφαλώς δεν θα είχε επιρροή με καμιά ουσιαστική έννοια της λέξης. Επίσης, τα ημίψηλα καπέλα δεν προορίζονταν ποτέ να φορεθούν από γυναίκες. Θα μπορούσε μια τέτοια ανδροκρατούμενη κοινωνία να το είχε επιτρέψει έξω από το καμπαρέ? Είναι εξαιρετικά αμφίβολο.)

Φαίνεται ότι ο Bernard Rose προσπαθεί να ξαναγράψει την ιστορία και μας παρουσιάζει μία εκδοχή της Αγγλίας του Ντίκενς, που ταιριάζει καλύτερα στο γούστο του, αλλά αυτή η κρυφή ατζέντα έρχεται σε σύγκρουση με την κύρια μέριμνα της ταινίας. Άλλο ένα παράδειγμα: Ο λόρδος Burghersh, προστάτης της όπερας, εμφανίζεται στο κλαμπ του και στην συναυλία με την συντροφιά ενός νεαρού, χαριτωμένου άντρα, που ξεκάθαρα δεν είναι γιος του. Η εντύπωση, που μεταδίδεται είναι ασφαλώς όχι ότι η ομοφυλοφιλία αντιμετωπίζονταν ως αμαρτία και έγκλημα εκείνη την εποχή, ήταν παράνομη και τιμωρούνταν με θάνατο και ως εκ τούτου ήταν αόρατη στους κύκλους της κοινωνίας. Απόσπασμα: «80 άντρες κρεμάστηκαν γι’ αυτό το αδίκημα στην Μεγάλη Βρετανία από το 1800 έως το 1834, όπου αυτή η ποινή αντικαταστάθηκε από την ισόβια κάθειρξη.»

Έπειτα, υπάρχουν οι ευρέως έρημοι, υπερβολικά καθαροί δρόμοι της πόλης, οι οποίοι (παρόλο που η Watson μιμείται ότι προχωρά μέσα σε κάτι δυσάρεστο) ποτέ δεν καταφέρνουν να μας πείσουν ότι παίρνουμε μια γεύση από ένα αληθινό, ζωντανό περιβάλλον, παρά τη θλιβερή και μοναχική πόρνη, που έχει τοποθετηθεί ειδικά, για να μας δείξει την ελεεινή πλευρά του Λονδίνου. Και μάλιστα, δύο φορές, σε περίπτωση, που χάσαμε το σημείο την πρώτη φορά.

Και ούτω καθ’ εξής… «The Devil’s Violinist/Ο βιολιστής του διαβόλου», μία ταινία, που θα έπρεπε να αφορά τη μουσική και την ιστορία ενός σπουδαίου μουσικού, σαμποτάρεται από τόσα πολλά προφανή ελλείμματα, στην αφήγησή της. Οι χαρακτήρες, ακόμη και ο υπέροχος John Watson και η κόρη του, μετατρέπονται σε καρικατούρες του εαυτού τους. Αυτές οι ερωτικές σκηνές μοιάζουν κοινότυπες και περιττές. Τα CGI (Computer-Generated Imagery – μεταφράζεται ως “εικόνες, που έχουν παραχθεί από υπολογιστή”) ηλιοβασιλέματα πάνω από τις αποβάθρες με κάνουν να εξετάζω προσεκτικά την σκηνή για το καβαλέτο του κ. William Turner, ο οποίος σίγουρα ετοιμάζεται να σκιτσάρει τον πίνακα «The Fighting Temeraire/Το πολεμικό Temeraire», εκείνη τη στιγμή…Ω, όλα αυτά αποσπούν τόσο πολύ την προσοχή, χωρίς κανένα σκοπό και επίσης, δυστυχώς, χωρίς κανένα νόημα.

Το μόνο οπτικά λυτρωτικό χαρακτηριστικό αυτής της ταινίας είναι ότι έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τον David Garrett για δύο ολόκληρες ώρες και τον βλέπουμε να ερμηνεύει μερικά απίστευτα κομμάτια βιολιού, φορώντας κοστούμι. Αλλά δεν νιώθουμε λύπη για εκείνον, καθ’ όλη τη διάρκεια? Υποφέρει τόσο πολύ – από την κακή υγεία, την παράνομη αγάπη, την εγκατάλειψη, την πληγωμένη του καρδιά και τη γενική δυστυχία – και ποτέ δεν έχει την ευκαιρία να γίνει η κινητήρια δύναμη, που περίμενα να γίνει ο Paganini σ’ αυτή την ιστορία της ζωής του.

10

Επομένως, ανακεφαλαιώνοντας, η εντύπωσή μου είναι η εξής: Αντιμετωπίζοντάς την από την προοπτική ενός παθιασμένου θαυμαστή του David Garrett, η ταινία πιθανόν δεν μπορεί παρά να ενθουσιάσει. Αλλά όταν εξεταστεί υπό το πρίσμα των κανόνων της αφήγησης και της δημιουργίας ταινιών, αποτυγχάνει να πείσει.

Και όμως, είμαι σίγουρη ότι θα μπορούσε να βρεθεί μια τομή, για να κάνει τα στοιχεία του Paganini, τη μουσικής του, το βιολί και τον Garrett έναν πετυχημένο συνδυασμό, αν και υποψιάζομαι ότι, για να τα καταφέρει, θα απαιτούσε μια πιο ασυνήθιστη προσέγγιση από ένα αμφισβητήσιμο ιστορικά δράμα.

Δεδομένου ότι είναι τόσο ενδιαφέρον ν’ ακούμε τον David Garrett να μιλάει για την ιστορία του παιξίματος του βιολιού, για την μουσική γενικά και για τον Paganini ειδικότερα – γιατί να μην έχουμε εκείνον να λέει την ιστορία του διαβολικού βιολιστή στην κάμερα, προσθέτοντας μερικούς από τους καλύτερους μύθους για το καλό μέτρο, δίνοντας στο ενδιάμεσο σχολιασμένες αποδείξεις των πρωτοποριακών εφευρέσεων του Paganini πάνω στο όργανο. Δεν χρειάζεται ηθοποιία, ούτε ερωτική ιστορία. Ποιος δεν θα ήθελε να παρακολουθήσει καθώς εκείνος εξηγεί και αποδεικνύει κάθε Caprice και κοντσέρτο με τη σειρά? Μ’ αυτόν τον τρόπο, το ενδιαφέρον μας για τον Garrett θα εξυπηρετούσε καλά τον Paganini και το επίκεντρό του θα ήταν η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ. Δεν θα υπήρχε πλέον το ζήτημα «Garrett εναντίον Paganini», αλλά θα υπήρχε το «Garrett για τον Paganini»… και φαντάζομαι θα ήταν ένας θρίαμβος και για τους δύο.

***

Θα υπάρξει συνέχεια με θέμα το ακροατήριο του David Garrett.

Advertisements